Blog

Κορονοϊος και υπαρξιακή αγωνία

Είμαστε αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες μίας κοινωνικής πραγματικότητας που απειλεί να διαταράξει συθέμελα τη σχετικά ασφαλή μας -με όρους ιστορικούς- καθημερινότητα.

Ο φόβος του κορονοϊού διαχέεται παγκοσμίως, απειλώντας την ανθρώπινη ζωή και την παραγωγή της οικονομίας, ενώ συνάμα θέτει τα ερείσματα συμβίωσης ιού και ανθρώπου, μίας συμβίωσης τρόμου. Το ιδιάζον χαρακτηριστικό αυτής της «συνύπαρξης» έγκειται στο γεγονός ότι λαμβάνει χώρα σε μία εποχή που η ανθρωπότητα, επιστημονικά, έχει εκτιναχθεί και ως εκ τούτου εμφορείται από μία αίσθηση ατρωσίας και παντοδυναμίας.

 

Το να βρισκόμαστε, επομένως, υπό το κράτος ενός επικίνδυνου ιού, χωρίς να διαθέτουμε επαρκή μέσα για την εξολόθρευσή του, συνιστά ένα τεράστιο πλήγμα στο διογκωμένο ναρκισσισμό του ανθρώπου. Η παρέλευση του πρώτου κύματος σε συνδυασμό με την ξένοιαστη καλοκαιρινή αύρα και το «αναρχικό» ελληνικό καλοκαίρι μας υπέβαλε τη μύχια ελπίδα της δια παντός απαλλαγής μας από την απειλή του, μολονότι οι προγνώσεις δεν ήταν και τόσο ευοίωνες με την είδοδό μας στο φθινόπωρο. Και να που τώρα, πριν καλά καλά εκπνεύσει το καλοκαίρι, στεκόμαστε προ των πυλών μιας νέας καραντίνας, διακατεχόμενοι από αγχογόνα αβεβαιότητα για αυτά που αναμένονται.

 

Η εγγενής στο ανθρώπινο γένος ανάγκη για έλεγχο γίνεται, προϊόντος του χρόνου, αντιστρόφως ανάλογη της δυνατότητας άσκησής του, με αποτέλεσμα να περιπίπτουμε αργά και σταθερά σε μία κατάσταση παθητικότητας, που αν δεν αναχαιτισθεί επιτυχώς, θα υποδαυλίσει την εμφάνιση καταθλιπτικής συμπτωματολογίας και αισθήματος αβοηθητότητας.

 

Η απουσία άσκησης ελέγχου και ασφάλειας θα αποτελέσουν για κάποιους την απαρχή και για άλλους την επίταση νευρωτικών συμπτωμάτων, καθώς αφυπνίζει και αναδεύει τα τέσσερα πυρηνικά δεδομένα της ύπαρξής μας απ' όπου εκλύεται έντονο υπαρξιακό άγχος. Σύμφωνα με τους αντιπροσώπους της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας, τα τέσσερα αυτά στοιχεία είναι ο θάνατος, η ελευθερία, η απομόνωση και το νόημα της ζωής. Το άγχος θανάτου ξεπηδά από τα βάθη του ασυνειδήτου και μεταμφιεσμένο ξεγελά τους φρουρούς του συνειδητού ακόμα και στην παιδική μας ηλικία, όπως άλλωστε μαρτυρούν τόσο τα παραμύθια όσο και τα παιδικά παιχνίδια. Στα παραμύθια επισυμβαίνει η προσωποποίηση του θανάτου στον κακό ήρωα ή στο τέρας. Με αυτόν τον τρόπο, αρνούμαστε τον θάνατο που υπάρχει εκ σπέρματι σε όλους μέσα μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε, μεταθέτοντάς τον σε έναν εξωτερικό εχθρό. Τα παράτολμα και ριψοκίνδυνα παιχνίδια αποτελούν, επίσης, έναν τρόπο απευαισθητοποίησης απέναντι στο φόβο θανάτου.

 

Οι ενήλικες κατ' ευφημισμόν αποκαλούμε το θάνατο «ταξίδι» ή παρηγορούμαστε με μύθους και θεολογικές αξιώσεις για μία μετά θάνατον ζωή. Αντιστεκόμαστε σθεναρά στη μονιμότητα του θανάτου και σε άλλες πτυχές της ζωής μας που σηματοδοτούν ακόμα και έναν εν ζωή θάνατο – ένας χωρισμός, μία αρρώστια, μία επαγγελματική αποτυχία. Τέτοιες καταστάσεις που μας εξαναγκάζουν να κοιτάξουμε κατάματα τον θάνατο μας φέρνουν σε αμηχανία και δυνητικά σε ψυχική κατάπτωση, εάν οι μηχανισμοί άμυνας που έχουμε προκρίνει στην καθημερινότητα για να τον αποφεύγουμε, λειτουργήσουν αναποτελεσματικά. Τότε καταλαμβανόμαστε από έντονο άγχος θανάτου και διερχόμαστε μία υπαρξιακή κρίση. Αυτό συμβαίνει συχνά όταν αποδημήσει κάποιο αγαπημένο πρόσωπο και ο θάνατός του μας φέρει αντιμέτωπο με το αναπόφευκτο και του δικού μας θανάτου. 

 

Ο κορονοϊός συνιστά για τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού δυνητικά θανάσιμη απειλή. Σε αυτές τις ομάδες, μπορεί να ανήκουμε οι ίδιοι ή σημαντικά για μας πρόσωπα, γεγονός που υποθάλπτει την υπαρξιακή μας αγωνία, η οποία βρίσκει άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική έκφραση σε ετερόκλητες συμπεριφορές και συμπτώματα -λεκτική ή σωματική επιθετικότητα, βουλιμικά επεισόδια, κρίσεις πανικού, γυμναστική, διάβασμα κ.ο.κ. Κάποιους, όμως, η σκέψη του θανάτου τους προκαλεί ένα συναισθηματικό μούδιασμα και «παράλυση». Ανησυχούν υπέρ το δέον για τους ίδιους, αλλά και τις οικογένειές τους. Καταβάλλονται από αρνητικές σκέψεις και κατακλυσμιαίο άγχος, με αποτέλεσμα ενίοτε να χάνουν επαφή με την αρχή της πραγματικότητας. Ο Γιάλομ, ωστόσο, αποφαίνεται πως «ενώ ο θάνατος μπορεί να μας σκοτώσει, η ιδέα του θανάτου μπορεί να μας σώσει». Η σκέψη του θανάτου είναι αυτή που θα προωθήσει τις αναδιατάξεις και τις αλλαγές που απαιτούνται στη ζωή μας, ώστε να είμαστε ικανοποιημένοι από αυτήν και να αποκτήσουμε εκείνο το συναίσθημα της πληρότητας που αψηφά ακόμα και τον θάνατο.

 

Η ελευθερία αποτελεί ενα επίμαχο ζήτημα τόσο του μικροσυστήματος όσο και του μακροσυστήματος. Η Ιστορία βρίθει επαναστάσεων με αίτημα την πολυπόθητη ελευθερία των καταδυναστευμένων λαών και πληθυσμιακών ομάδων. Τα παιδιά και οι έφηβοι προσπαθούν να αποτινάξουν την εξουσία των γονέων. Σε όλους τους τομείς της ζωής μας διεκδικούμε την ελευθερία να σκεφτόμαστε, να επιλέγουμε, να αποφασίζουμε ελέυθερα. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν ευοδώνεται πλήρως. Η ελευθερία είναι μία εντελώς αφηρημένη έννοια και στην πραγματικότητα δεν πραγματώνεται ποτέ. Για έναν απλό λόγο: το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας διέπεται από το ασυνείδητο.

 

Παρ' όλα αυτά, είμαστε τρόπον τινά σχεδόν εξ ολοκλήρου υπεύθυνοι για τη δημιουργία του σεναρίου της ζωής μας. «Είμαστε καταδικασμένοι στην ελευθερία». Για αυτό και ο θεμέλιος λίθος στη θεραπεία είναι η αναγνώριση και η ανάληψη της ευθύνης από τον θεραπευόμενο για αυτό που του συμβαίνει. Μόνο τότε μπορεί να τελεσφορήσει η θεραπεία και να επιφέρει τις προσδοκώμενες αλλαγές. Μέχρι, λοιπόν, το ασυνείδητο να γίνει συνειδητό, θα βαυκαλιζόμαστε πως επιλέγουμε ελεύθερα, ενώ στην πραγματικότητα επιλεγόμαστε από τις ίδιες τις επιλογές μας. Γιατί η μόνη δυνατή επιλογή είναι τελικώς αυτή που προκρίνεται. Τα διλήμματα κατ' ουσίαν είναι ψευτοδιλήμματα. Ο δολοφόνος δεν έχει την επιλογή να μη σκοτώσει. Ο φόνος του υπαγορεύεται από την υπερισχύουσα συναισθηματική κατάσταση τη δεδομένη στιγμή, όπως άλλωστε και όλες μας οι πράξεις και οι ενέργειες. Για αυτό «δεν υπάρχουν φταίχτες», διατείνεται μετά πεποιθήσεως χάρη στην πολύχρονη πείρα του ο αναλυτής ομάδας Παντελής Παπαδόπουλος.

Η λαίλαπα του κορονοϊού, μεταξύ άλλων, απειλεί και την αίσθηση ελευθερίας μας -την όποια ελευθερία μας. Μέτρα προστασίας από τον ιό έχουν θεσπιστεί από την πολιτεία για την περιστολή της διασποράς και τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας. Μολονότι, κατανοούμε το μέγεθος του κινδύνου, δεν παύουμε να νιώθουμε πως παραβιάζεται η αυτονομία μας, γεγονός που συνιστά άλλον έναν εκλυτικό παράγοντα υπαρξιακής αγωνίας. Μόνο που τώρα ο δυνάστης δεν ενσαρκώνεται σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε έναν ιό. Εναντίον ποιου θα επαναστατήσουμε;

 

Το πλήγμα της αυτονομίας μας εξαιτίας της δυσμενούς τρέχουσας κατάστασης συνοδεύεται από την απομόνωση -το τρίτο δεδομένο της ύπαρξής μας. Έγκλειστοι στα σπίτια μας, απομονωμένοι από συγγενείς και φίλους, συντροφευόμαστε μονάχα από τον εαυτό μας, τον οποίο η πάλαι ποτέ έκκρυθμη καθημερινότητα τον παραγκώνιζε, παραγνωρίζοντας τις επιθυμίες και τις ανάγκες του. Έφτασε η ώρα της ενδοσκόπησης. Δεν μπορούμε να αποστρέφουμε το βλέμμα πάντα αμήχανα στις διαμαρτυρίες του. Έφτασε η ώρα του απολογισμού. Ποιος είμαι; Τι κάνω; Πού βαδίζω; Ζω τη ζωή μου ή τη ζωή που μου επέβαλαν; Διάφορα υπαρξιακά ερωτήματα κλωθογυρίζουν στο μυαλό αιτώντας επιτακτικά μία ικανοποιητική απάντηση. Οι δικαιολογίες στέρεψαν. Οπλίζουμε και εφορμάμε για αναδιατάξεις και ανδιαρθρώσεις. Γιατί «η ιδέα του θανάτου μπορεί να μας σώσει» από τη ματαιότητα και το σκοταδισμό της κίβδηλης πραγματικότητάς μας.

 

Όλα τα παραπάνω ερωτήματα μας οδηγούν απαρέγκλιτα στην επαναδιαπραγμάτευση του νοήματος της ζωής μας, τον τέταρτο κρίκο της υπαρξιακής αλυσίδας. Όλοι μοχθούμε για έναν σκοπό. Αναζητάμε εναγωνίως ένα νόημα στη ζωή μας. Τώρα που διακυβεύεται η σωματική και ψυχική μας υγεία, προβαίνουμε σε αναθεωρήσεις ιδανικών και αξιών. Διακρίνουμε με περισσότερη ενάργεια, η οποία απορρέει ακριβώς από το άγχος του αφανισμού μας, τα ουσιώδη από τα επουσιώδη. Έχουμε μία ευκαιρία να εξυγιάνουμε και να επαναπροσδιορίσουμε τις σχέσεις μας. Να παραδεχτούμε τα τρωτά μας σημεία, να απεμπολήσουμε τον εγωισμό μας και να στραφούμε με αγάπη και κατανόηση στους ανθρώπους μας.

Διανύουμε μία ιδιαζόντως χαλεπή εποχή με πρωτόγνωρες πολυεπίπεδες δυσκολίες. Μπορούμε, όμως, να τις αναπλαισιώσουμε, δηλαδή να ενεργοποιήσουμε τα αφανή κοιτάσματα ψυχικής δύναμής μας και να τις αντιμετωπίσουμε ως προκλήσεις που θα μας προάγουν στη ζωή.

 

Ρέιση Πέτυ
Ψυχολόγος, Εκπαιδευόμενο μέλος της ΕΕΑΟ&ΟΨ