Blog

Κορωνοϊός: Στην εποχή του οικουμενικού πένθους- σκέψεις και βιώματα

Νοσούμε οικουμενικά. Αφού προηγουμένως έχουμε καταδικάσει το οικουμενικό μας σπίτι, σε ανίατη ασθένεια, μεταδίδοντάς του όχι μόνο όλες μας τις παθογένειες, αλλά και δίνοντάς του, πολύ συγκεκριμένα «χτυπήματα».

Μόλις λίγους μήνες προτού να κάνει την εμφάνισή του στην πόλη Γιουχάν της Κίνας ο κορωνοϊός, στον Αμαζόνιο καταγραφόταν πρωτοφανής αριθμός πυρκαγιών. Δεδομένου ότι τα δάση ορίζονται ως τα πνευμόνια του πλανήτη η σημειολογία, ως αποτύπωση και συγκρότηση συμβολικών συστημάτων, δημιουργεί «αβίαστες» συνδέσεις και προφανείς συνειρμούς: Ο ιός της πανδημίας πλήττει κατεξοχήν τον ανθρώπινο πνεύμονα, δυσχεραίνοντας την αναπνοή μας. Όπως ακριβώς -με δική μας υπαιτιότητα- δυσχεραίνεται εδώ και καιρό, η αναπνοή της οικουμενικής μας μητέρας, της Γης.

Σε όποιο επίπεδο κι αν πάει να μιλήσει κανείς, πάλι στη σχέση μάνας-παιδιού θα καταλήξει.

Ακόμη και σε εποχή πανδημίας όπου εκ των συνθηκών, ως γλώσσα επικοινωνίας υιοθετείται η «ουδετεροποιημένη» γλώσσα της αριθμητικής και της στατιστικής, αυτή που κατηγοριοποιεί ανθρώπους σε ομάδες (ηλικιωμένους, ευπαθείς, λιγότερο ευπαθείς κλπ,) γίναμε μάρτυρες της ανθρώπινης ανάγκης ενός επιστήμονα, να αναζητήσει το πρόσωπο, το δικό του πρόσωπο, μέσα στην ανωνυμία του πλήθους. Είπε λοιπόν ο καθηγητής Παθολογίας- Λοιμωξιολογίας και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΟΔΥ (Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας), Σωτήρης Τσιόδρας σε μια από τις καθημερινές ενημερώσεις του για την πορεία του COVID 19 στην Ελλάδα, απαντώντας σε όσους θεωρούν ότι «γίνεται πολλή φασαρία για κάποιους ανίκανους ηλικιωμένους»:

«Όχι, δεν είναι έτσι. Αυτοί οι ηλικιωμένοι μπορεί να είναι η μητέρα μας ή ο πατέρας μας. Χωρίς αυτούς, δεν έχουμε ταυτότητα, χωρίς αυτούς είμαστε τίποτα».

Και μάλιστα ξεστομίζοντας αυτά τα λόγια δάκρυσε.

 

«Είναι στρατηγός, σε αυτόν τον πόλεμο, δεν πρέπει να είναι ευάλωτος, δεν πρέπει να δείχνει αδυναμία», είπαν κάποιοι, επιστρατεύοντας άραγε ποιον μηχανισμό άμυνας; Μόνωση του συναισθήματος; Διανοητικοποίηση;

Κι όσοι δακρύσαμε μαζί του και βρήκαμε αφορμή να ξεσπάσουμε σε γοερό κλάμα ποιον μηχανισμό άμυνας ενεργοποιήσαμε;

Ανήκω σε εκείνους που έχω χάσει και τους δύο γονείς μου και αρχικά μακάριζα τον εαυτό μου με επιχειρήματα τύπου «ούτε εκείνοι, ούτε εγώ θα αγωνιούμε· καλύτερα».

Αλλά ξάφνου, αναδύθηκε η ανάγκη να ξανασυνδεθώ μαζί τους, να πιάσω το νήμα, να τους κρατήσω μέσα μου ζωντανούς ή μάλλον να κρατήσω και την αγάπη μου και το πένθος μου ζωντανά, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο κάθε μάνας, κάθε πατέρα, τη δική μου μάνα και τον δικό μου πατέρα.

 

Ίσως για να νιώθω σε μια τέτοια τρομακτική περίοδο, λιγότερο ορφανή;

Δύσκολη λέξη η ορφάνια. Ακόμη και τα κρούσματα που στην αρχή ονοματίστηκαν «ορφανά», γιατί δεν μπορούσε να προσδιοριστεί με ακρίβεια η «γραμμή» προέλευσής τους, «ξαναβαφτίστηκαν». Πλέον περιγράφονται ως κρούσματα που δεν μας είναι γνωστή η επιδημιολογική τους σύνδεση. Όσο πιο ουδέτερη η γλώσσα που προσπαθεί να μας επικοινωνήσει κάτι που ούτως ή άλλως μας είναι άγνωστο, τόσο καλύτερα.

Προσωπικά, αν ήταν στο χέρι μου, ομολογώ ότι θα «ξαναβάφτιζα» και τα «ύποπτα κρούσματα», αντικαθιστώντας τον εν προκειμένω, κυριολεκτικά επιθετικό, προσδιορισμό. Επιλέγοντας την «περιφραστική οδό», θα πρότεινα το «κρούσματα άξια προς περαιτέρω διερεύνηση», κινδυνεύοντας να χλευαστώ από τους θιασώτες του αποφθέγματος «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν». Ναι, εστί φιλοσοφείν, αλλά εστί και άλλα, λιγότερο ευχάριστα πράγματα. (Μάνι μάνι, εμένα μου έρχεται ένας Καιάδας στο νου). Όπως και να έχει, η λέξη ύποπτος «γεννά» ενοχή, ένα από τα λιγότερο «χρήσιμα» συναισθήματα σχεδόν πάντα, πόσο μάλλον σε μια τέτοια συγκυρία.

 

Αλήθεια ποια συναισθήματα θα μπορούσαν να εκληφθούν ως «χρήσιμα», εν προκειμένω;

Καταρχήν, τα συναισθήματα αυτά καθεαυτά με ως αναπόσπαστο κομμάτι τους την ανάγκη-δυνατότητα έκφρασής τους. Η έντονη ανάγκη να εκφραστούμε, κατά τον Σεφέρη, είναι συστατικό πνευματικότητας που, μάλιστα, ο ίδιος το «αναγνωρίζει» στην πιο αυθεντική του μορφή σε προσωπικότητες όπως ο Θεόφιλος και ο Μακρυγιάννης. (Ο ένας ένιωθε τον εαυτό του ταγμένο στην ζωγραφική και ο άλλος στην συγγραφή και αποτύπωση των εμπειριών του, τα περίφημα απομνημονεύματα του, τα οποία τελικά αποτελέσαν ιστορική πηγή για την επανάσταση που δημιούργησε το νεοελληνικό κράτος).

Κι εδώ αξίζει να θυμηθούμε τα λόγια του Ελύτη: «Γι’ αυτό γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει εκεί που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος». Άλλωστε, αυτά τα λόγια, ένιωσε την ανάγκη να μας υπενθυμίσει αυτές τις μέρες και ο Σωτήρης Τσιόρδας «σπάζοντας» το στερεότυπο της «επιστημονικής ανακοίνωσης».

Είπαμε, η «επιστημονική γλώσσα» ενδείκνυται για να κρατήσει τις αποστάσεις ασφαλείας από τον «άγνωστο εχθρό», δεν ενδείκνυται, όμως, για να παρηγορήσει την καρδιά μας που τούτες τις μέρες «κλαίει σαν το βρέφος που εγκαταλείφθηκε» -όπως είχε αναφέρει ο Νικηφόρος Βρεττάκος στον στίχο του, με τον κίνδυνο, όπως επισημαίνει ο ποιητής, «να σαπίσουν οι ρίζες μας».

 

Και πώς να μην κλαίει, όταν ακούει ότι γεννήθηκε ένα παιδί, που η προσβληθείσα από τον ιό μητέρα του δεν μπορεί να το κρατήσει στην αγκαλιά της; Ένα παιδί που γεννιέται σε έναν «a priori» εχθρικό κόσμο;

Πώς να μην κλαίει η καρδιά μας, όταν αναγκάζεται να εκπαιδευτεί σε αποχή από την αγκαλιά και από την επαφή;

Επαφή: Μια λέξη που επαναπροσδιορίζεται σε βιωματικό επίπεδο για όλους μας. Και ως προς το σημαίνον της και ως προς το σημαινόμενό της. Οι επαφές μας μπορούν να διατηρηθούν, όχι μέσω της αφής, αλλά μέσω της τεχνολογίας. Της τεχνολογίας που περιορίζει κάποιες αισθήσεις μας και «αχρηστεύει», κάποιες άλλες.

Είναι ενδιαφέρον, ίσως, ότι ο κορωνοϊός εισβάλλει μέσα μας για να μας επιτεθεί, από τις «πόρτες» του προσώπου μας: Στόμα, μύτη, μάτια, αυτιά. Από τα όργανα του αισθητηριακού μας κόσμου. Και ο μεγαλύτερός του «σύμμαχος» σε αυτήν την επίθεση, είναι το όργανο που συνδέεται με την πέμπτη μας αίσθηση, τα χέριά μας. Τα χέρια που ψηλαφίζουν τον κόσμο για την πρώτη ανάγνωσή του, τα χέρια που αγκαλιάζουν, τα χέρια που υψώνονται στον ουρανό, τα χέρια που προτείνονται ως ένδειξη εμπιστοσύνης (χειραψίας που αποδεικνύει ότι δεν κρατάμε όπλο) στην πρώτη μας γνωριμία με έναν άγνωστο, αυτή την περίοδο σηματοδοτούνται ως τα «πιο ένοχα» για τη μετάδοση της απεχθούς αρρώστιας, αυτά που βρωμίζουν πιο εύκολα και που πρέπει να πλένονται συνέχεια και σχολαστικά. Και, βέβαια, τους «απαγορεύεται» να λειτουργήσουν ως αυτό για το οποίο είναι προορισμένα: Όργανα αφής που δημιουργούν επαφή.

Επαφή: Η λέξη ακόμα φοράει το ρούχο της, αυτό που η ετυμολογία της έχει φορέσει, αλλά πρόκειται για «ένα πουκάμισο αδειανό» (Σεφέρης και πάλι).

 

Πόσο αδειανοί νιώθουμε κι εμείς άραγε; Πόσο απογυμνωμένοι από αυτό που συνιστούσε το νόημα της καθημερινότητάς μας;

Ένα νόημα απομακρυσμένο από τη σκέψη του θανάτου, αφού αυτή τη σκέψη, αν την αφήναμε να παρεισφρέει «στον άρτον ημών τον επιούσιον», κανένα μας αίτημα, ούτε απέναντι στο Θεό ούτε απέναντι στους ανθρώπους, δεν θα έβρισκε έδαφος να ανθίσει. 

 

Τώρα όμως που ο θάνατος, ως απτή –τι ειρωνεία, την συγκεκριμένη περίοδο η επιλογή αυτής της λέξης- πλέον πιθανότητα έχει κατακλύσει τη ζωή μας, τι γίνεται; Πενθούμε οικουμενικά; Τι μας προκαλούν οι εικόνες από την Ιταλία, από την Ισπανία;

Γέροι πεθαίνουν μόνοι και αβοήθητοι στα γηροκομεία· τα παιδιά τους, τους αποχαιρετούν με γράμματα, καθώς δεν είναι δυνατόν να παραβρεθούν στην κηδεία· παγοδρόμια μετατρέπονται σε νεκροταφεία…

Κι εγώ μόλις τώρα συνειδητοποιώ ότι δεν έχω πάει στο νεκροταφείο ούτε μια φορά από τότε που έφυγε η μητέρα μου, Νοέμβρη.

Τόσοι μήνες πέρασαν κι εγώ θυμήθηκα ότι θα ήθελα να πάω στο νεκροταφείο, τώρα που δεν μπορώ να πάω. Και το παγοδρόμιο, με το που το είδα, μου «πάγωσε» τα μέσα μου, καθώς με μετέφερε στο νεκροτομείο και σε εκείνο το τελευταίο παγωμένο φιλί στο μέτωπο του άψυχου πατέρα μου.

Ψυχή: από το ρήμα «ψύχω». Λένε ότι η ψυχή είναι ένα πυρ εγκλωβισμένο σ’ ένα σώμα. Όταν δραπετεύει από αυτό, εκείνο ψύχεται.

 

«Ψυχικό μούδιασμα». Είναι κι αυτό μια άμυνα των ημερών;

«Comfortably numb» (ανέτως μουδιασμένος), τραγουδούσαν οι Pink Floyd στο επικό άλμπουμ τους «The Wall», το 1979. Σήμερα, αντικαθίσταται το τροπικό επίρρημα με κάτι που θα υποδηλώνει έναν επείγοντα χαρακτήρα επιστράτευσης άμεσων αμυντικών μηχανισμών, όπως συμβαίνει σε καιρό πολέμου.

Ο Freud έχει παρατηρήσει ότι στον καιρό του πολέμου -του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου -γιατί τα συμπεράσματα και οι παρατηρήσεις του αυτόν κατεξοχήν αφορούν, αφού τον Δεύτερο, ευτυχώς για τον ίδιο, δεν πρόλαβε να τον ζήσει σε όλο του το εύρος- υπήρξε μείωση των νευρώσεων και της υποχονδριακής συμπεριφοράς. Το πολύ ιδιαίτερο σε αυτό που ζούμε τώρα, είναι ότι τρόπο τινά, επιβάλλεται η υιοθέτηση υποχονδριακής συμπεριφοράς, ως μέσο προστασίας απέναντι στον «αόρατο εχθρό».

 

Άραγε τι είναι καλύτερο, να είναι ορατός ή αόρατος ο εχθρός; Αν π.χ. βλέπαμε τον ιό, με γυμνό μάτι, έτσι όπως μας τον δείχνουν μέσα από τα όργανα ανάλυσής τους τα εργαστήρια, θα νιώθαμε μεγαλύτερη ασφάλεια, ή μεγαλύτερη απειλή;

Ο Bion, πάντως, κάνει λόγο για την «Negative Capacity» (αρνητική στο α-χώρετο, στο άρρητο, στο ασύλληπτο που ακριβώς ο δημιουργός με τρόπο συμβολικό καλείται να συλλάβει, είναι, όχι μόνο πολύ οικεία, αλλά και προϋπόθεση δυνατότητας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Κάτι που δεν ισχύει για χώρους όπως είναι π.χ η πολιτική. Ενδεικτικά, παρατίθενται δύο διαφορετικές απόψεις:

«Τα γεγονότα, καλέ μου Σάντσο, είναι οι εχθροί της αλήθειας», λέει ο Θερβάντες στον «Δον Κιχώτη» του, όταν ο Γάλλος στρατηγός Σαρλ Ντε Γκολ προκειμένου να μας πείσει για την αλήθεια και την ισχύ τους, χαρακτηρίζει τα γεγονότα «αμετάπειστα, ξεροκέφαλα και ενοχλητικά ορατά και παρόντα».

Έκαστος με την με την ιδιοσυγκρασία του και με τον αμυντικό μηχανισμό που του ταιριάζει.

Το σημαντικό είναι να μπορεί να συνομιλήσει, να συμπορευτεί και να εξελιχθεί με αυτόν τον μηχανισμό και όχι να στέκεται επικριτικά απέναντί του.

 

Άραγε, αμυνόμαστε και οικουμενικά; Διχοτομώντας, απωθώντας, ακυρώνοντας, μεταθέτοντας; Ακόμη και μετουσιώνοντας, έστω δια της ενοχής;

Ένας Ιταλός «άνοιξε διάλογο» με τον κορωνοϊό, στέλνοντάς του σε γράμμα την ερώτηση «γιατί μας το κάνει όλο αυτό» και «πήρε απαντήσεις», αρκετά πειστικές, η αλήθεια είναι, από τον ιό. Απαντήσεις τύπου «βαρέθηκα να σας βλέπω να σπαταλάτε τον χρόνο σας», «να κακομεταχειρίζεστε τον πλανήτη», «κουράστηκα να σας βλέπω να καταστρέφετε», «να πολεμάτε», «να μένετε στο φαίνεσθαι», «να είστε εγωιστές», «να σπαταλάτε το δώρο της ζωής»… Το σχετικό βιντεάκι έγινε πολύ γρήγορα viral.

 

Είναι η ανάγκη μας να εισπράξουμε «ως μια τιμωρία που μας αξίζει», αυτό που συμβαίνει; Από έναν αυστηρό πατέρα που αναλαμβάνει να μας διαπαιδαγωγήσει με έναν ιδιαίτερα σκληρό τρόπο;

Ό,τι και να συμβαίνει αυτές τις μέρες οι περισσότεροι το αντιμετωπίζουμε «διαλέγοντας στρατόπεδο», έχοντας την ανάγκη να το «διαβάσουμε» μέσα από τα μάτια μιας ομάδας στην οποία εντασσόμαστε αυτόματα, ανάλογα με τις ιδεολογικές, τις συναισθηματικές και τις ψυχολογικές καταγωγές μας.

Και μάλλον σε αυτό το σημείο πιο επιτακτική είναι η ανάγκη του ανήκειν κάπου. Το τι ακριβώς είναι αυτό το «κάπου», μοιάζει να μπορεί να διερευνηθεί σε «δεύτερο χρόνο». Υπάρχει και η ανάγκη δημιουργίας ενός εξωτερικού εχθρού ενάντια στον οποίο οι «καλοί» της ομάδας θα αντιταχθούν. Και θα νικήσουν!

 

Άρα μήπως πρόκειται για προβολή του «συνδρόμου του άτρωτου;»

Άλλωστε και η θεωρία «περί ανοσίας της αγέλης» που υιοθετήθηκε –έστω και προσωρινά- «ως μοντέλο αντιμετώπισης» από κάποιους κυβερνητικούς ηγέτες  συνάδει, μάλλον όχι τυχαία, με το γενικότερο προφίλ τόσο αυτών των ηγετών, όσο και του ιστορικού προφίλ των χωρών που εκπροσωπούν.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Μπόρις Τζόνσον –για να μιλήσουμε με κάποια, όχι τα μοναδικά ασφαλώς, παραδείγματα- ανήκουν σε αυτούς που επιθυμούν να διαφοροποιούνται θεωρώντας ότι «φύσει» και «θέσει» επιβάλλεται ή επιτρέπεται αυτή η διαφοροποίηση, τόσο στους ίδιους, όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και στο Ηνωμένο Βασίλειο (ή Μεγάλη Βρετανία) αντίστοιχα. Για να μην πούμε για την Γερμανία που έφτασε στο σημείο να κάνει με το «έτσι θέλω» κατάσχεση υγειονομικού υλικού που κατέφθασε, ως βοήθεια προς όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, από την Κίνα. Τώρα τελευταία, φαίνεται κι άλλες χώρες να ακολουθούν το αντιπαράδειγμά της.

Το σκεπτικό; Πρώτα θα καλυφθούν οι δικές μας ανάγκες και μετά για εσάς, βλέπουμε. Ή «ο θάνατός σου, η ζωή μου», ως υιοθέτηση «εθνικής» και «πατριωτικής» πολιτικής. Μιλάμε για σκεπτικό που υποτίθεται αναπτύσσεται στο πλαίσιο μιας ένωσης. Της Ευρωπαϊκής ένωσης.

 

Πρόκειται άραγε για ένα είδος ναρκισσισμού;

Ίσως αυτό που ο Kernberg το χαρακτήρισε «κακοήθη ναρκισσισμό»; Τα πάσης φύσεως «κλειστά συστήματα» -και η καραντίνα αναπόφευκτα ανήκει σε αυτά, ανεξάρτητα από τους λόγους επιβολής της- πόσο ευνοούν τον κακοήθη ναρκισσισμό μιας μετανεωτερικής κοινωνίας ούτως ή άλλως επιρρεπούς σε ναρκισσιστικές εκδηλώσεις;

«Να ανοιχτούμε στο άνοιγμα», μας προτρέπει ο μεγάλος μας στοχαστής Κώστας Αξελός, υπενθυμίζοντάς μας ότι οι πιο άχρηστες αντωνυμίες στη συγκρότηση του εσωτερικού μας λόγου είναι οι κτητικές. Γιατί τίποτα δεν είναι δικό μας, τίποτα δεν υπάρχει αν δεν έχει μοιραστεί. Ο Γκουρτζίεφ το έθετε με λίγο διαφορετικά λόγια: «Αν θέλεις να μείνεις για πάντα συνδεδεμένος με κάτι, δώρισέ το».

 

Αλήθεια, μετά από όλο αυτό που βιώνουμε, ποιος μπορεί ακόμη να μην καταλαβαίνει ότι η υγεία δεν μπορεί να είναι ιδιωτική υπόθεση; Ότι η υγεία είναι «φύσει και θέσει» κοινωνικό αγαθό δημόσιας πρόσβασης; Ένα δώρο της κοινωνίας στα μέλη της;

Πλησιάζοντας προς το τέλος της προσπάθειας να καταγράψω κάποιες σκόρπιες  σκέψεις, νιώθω την επιθυμία να φέρω στο χαρτί συγκινητικές εικόνες, συγκινητικές ιστορίες που έχουν προκύψει αυτόν τον καιρό:

-Την εικόνα της γιατρού που κρατάει στα χέρια της, σαν μωρό το οποίο προσπαθεί να περιθάλψει και να  γιατρέψει, μια ολόκληρη ματωμένη χώρα, την Ιταλία…

-Τον ιερέα της Λομβαρδίας, ο οποίος θέλησε να δωρίσει τον αναπνευστήρα που οι πιστοί της ενορίας του αγόρασαν για εκείνον, σε κάποιον νεότερο άγνωστό του…

-Την 90χρονη Γαλλίδα που έκανε το ίδιο λέγοντας «έζησα μια καλή ζωή. Τώρα θέλω να δώσω την δυνατότητα και σε κάποιον άλλον να το κάνει».

 

Μέσα από όλα τα παραπάνω προκύπτουν αισιόδοξες «συναισθηματικές θέσεις» που μέσα σε αυτό το «ανοίκειο» που ζούμε, μας είναι οικείες:

 

-Η επιλογή της ζωής, ακόμη και δια της επιλογής του θανάτου. 

-Η χαρά της ανάληψης της προσωπικής ευθύνης που εν προκειμένω ταυτίζεται με την κοινωνική.

-Η χαρά της ανάληψης του ρόλου του φροντιστή. Και απέναντι στον εαυτό μας και απέναντι στον Άλλον. Άλλωστε, τώρα γίνεται πιο ξεκάθαρη από ποτέ η ρήση του Ρεμπώ:  «Το εγώ είναι ο Άλλος».

-Η ελευθερία της διαχείρισης της ελευθερίας.

-Η χαρά του συσχετισμού.

-Επιλέγουμε να μην συγχρωτιζόμαστε, ακριβώς επειδή συσχετιζόμαστε.

-«Ο καθένας σύμφωνα με τις ικανότητές του για τον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του», έγραφε ο Καρλ Μαρξ.

 

Κι ακόμα:

Μπορούμε να ζήσουμε στο «εδώ και τώρα». Εκ των πραγμάτων πια. Νοηματοδοτώντας την κάθε στιγμή στο παρόν που, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, απαιτεί να δίνουμε το παρόν στο παρόν μας, να δίνουμε ολόκληρη την παρουσία μας. Αυτήν την παρουσία που λαχταρά να γίνει «κέρασμα» στο ποτήρι του Άλλου. 

Μπορούμε να εμπλακούμε σε ένα, όχι πλέον συλλογικό, αλλά «οικουμενικό πένθος», αντί να πέσουμε σε μια «οικουμενική μελαγχολία». Το εγώ μας, να μην ταυτοποιηθεί με την αίσθηση του χαμένου και του απωλεσθέντος, αλλά να γίνει «υποκείμενο στον τόπο του Άλλου», κατά Λακάν.

Και τελικά, αυτή η τρομακτική κατά τα άλλα εμπειρία, αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για την αναζήτηση της αληθινής ταυτότητας του εγώ.

Αυτής της ταυτότητας που θα μπορεί να δώσει στο κάθε εγώ τη δυνατότητα μετουσίωσης στο εμείς.

 

 

Όλγα Νικολαϊδου

Μέλος Ε.Ε.Α.Ο.&Ο.Ψ.