Απέραντοι αμπελώνες απλώνονταν ως πέρα στη θάλασσα. Ελιές ασημένιες, λιγοστά κυπαρίσσια και γέρικοι πλάτανοι, που μέσα στα κλαδιά τους φώλιαζε, τα καλοκαίρια το καλό πουλί. Τη νύχτα τρόμαζε τους ανθρώπους με τη φωνή που έβγαζε, γιατί ήταν σαν αναστεναγμός, κάτι ανάμεσα σε ρόγχο αρρώστου και βρυχηθμό άγριου ζώου. Έμοιαζε με κουκουβάγια, άσπρο, με μάτια γάτας και ράμφος γερακιού. Ο έρωτας των πουλιών, οι πεθαμένοι και τα ανθισμένα μανουσάκια άφηναν γύρω μια μυρωδιά, κι έλεγες… μα είναι τόσο μυρωδάτος ο θάνατος;
Κρήτη, 1896, λίγο πριν από τη δημιουργία της Κρητικής Πολιτείας, ο Μάρκος, ένας πλούσιος και δυνατός γαιοκτήμονας, όριζε όλη την περιοχή όπου δέσποζε ο Πύργος γύρω από τους αμπελώνες και τις ελιές. Ήταν ξανθός με γλυκά μάτια, γαλανά, που άμα τα κοίταζες πιο βαθιά, θα διέκρινες την υπεροψία που κουβαλούσαν όλοι οι γαιοκτήμονες εκείνης της εποχής. Ο Μάρκος θα ζήσει μέσα από τις ζωές δύο γυναικών που θα τον σημαδέψουν μέχρι το θάνατό του.